Ιερά μονή βλατάδων

Στο βορειοανατολικό άκρο των βυζαντινών τειχών της Θεσσαλονίκης, κοντά σε ένα παλαιολόγειο πύργο και στη μεσαία πύλη της Ακροπόλεως βρίσκεται η Ιερά Μονή Βλατάδων, η οποία χαρακτηρίζεται ως πατριαρχική, σταυροπηγιακή και βασιλική.

Θεσσαλονίκη Ιερά μονή βλατίδων

Σταυροπηγιακά και πατριαρχικά χαρακτηρίζονται τα μοναστήρια που δεν υπάγονται στο Μητροπολίτη της περιφέρειάς τους, αλλά στο Πατριαρχείο τους ή στην Ιερά Σύνοδο της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας. Η ονομασία τους οφείλεται στο σταυρό που στέλνει το Πατριαρχείο, ο οποίος, κατά την έναρξη της οικοδομής τους, τοποθετείται στο θεμέλιο λίθο. Ο Πατριάρχης δικαιούται να ιδρύσει σταυροπηγιακά μοναστήρια σε όλες τις μητροπόλεις που αυτός εξουσιάζει. Σε αυτά τα μοναστήρια δε μνημονεύεται το όνομα του μητροπολίτη, της περιφέρειας στην οποία βρίσκεται το μοναστήρι, αλλά το όνομα του Πατριάρχη, διότι ανήκει κατ’ευθείαν σε αυτόν, είτε μέσω του Εξάρχου είτε μέσω του Ηγούμενού της που εποπτεύουν τη διοίκηση και ασκούν την πειθαρχική εξουσία. Οι ηγούμενοι αναφέρονται εγγράφως στον Πατριάρχη, σύμφωνα με τις παλιές ιερατικές συνήθειες, είναι υποχρεωμένοι να δηλώσουν υποταγή σε αυτόν και να στέλνουν κάθε χρόνο ποσό χρημάτων ή χορηγία σε είδος.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΙΔΡΥΣΗΣ

Το μοναστήρι είναι χτισμένο σε πετρώδες και κατηφορικό έδαφος που έχει διαμορφωθεί κατάλληλα. Σχετικά ψηλό τείχος περιβάλλει το μοναστήρι. Η θέα, από το «μπαλκόνι», το άνοιγμα που υπάρχει ακριβώς απέναντι από την κύρια είσοδό του, είναι εξαιρετική. Ο επισκέπτης μπορεί να έχει πανοραμική θέα όλης της Θεσσαλονίκης και να βλέπει τα Πιέρια βουνά, όπως και τον Όλυμπο, πολύ καθαρά, όταν ο καιρός το επιτρέπει.

Είναι το μόνο βυζαντινό μοναστήρι που λειτουργεί αδιάκοπα μέχρι σήμερα. Η χρονολογία κτίσεώς του είναι κάπου στο 14ο αιώνα, χωρίς όμως να μπορεί να ορισθεί με ακρίβεια. Σίγουρα όμως πριν την άλωση της Κωνσταντινούπολης, διότι υπάρχουν μαρτυρίες για μερική καταστροφή της, μετά την άλωση της Πόλης.

Όσον αφορά στις γραπτές μαρτυρίες, το 1400 σε ένα γράμμα του Πατριάρχη Ματθαίου προς το Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γαβριήλ αναφέρεται το μοναστήρι με το όνομα Μονή Παντοκράτορος, επίσης αναφέρεται και ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Δωρόθεος «ος δη και την του Παντοκράτορος μονήν συνεστησάτο το κατ’αρχήν». Άλλες πηγές αναφέρονται στο μοναστήρι, διευκρινίζοντας ότι είναι αφιερωμένη στον Παντοκράτορα Χριστό. Παρόλα αυτά, η ονομασία του μοναστηριού που επικράτησε είναι κατά αρχήν σύνθετη: στο παλιότερο μητροπολιτικό έγγραφο διαβάζουμε ότι το μοναστήρι ονομάζεται Μονή Παντοκράτορος των Βλατάδων ή Βλαταίων, το έγγραφο αυτό, χρονολογίας 1488, φυλάσσεται στο αρχείο του μοναστηριού. Πάλι στον 14ο αιώνα τη συναντάμε, σε άλλο έγγραφο, ως Μονή Παντοκράτορος Βλατάδων, ενώ σε ένα άλλο αναφέρεται ως Μονή Βλαταίων.

Η ΝΕΑ ΟΝΟΜΑΣΙΑ

Σιγά-σιγά η ονομασία της μονής κράτησε το όνομα των κτητόρων της. Εκείνη την εποχή, τον 14ο αιώνα, είναι γνωστοί δύο ιερομόναχοι που άκουγαν στο επίθετο Βλατής ή Βλαττής και τα μικρά τους ονόματα ήταν Δωρόθεος και Μάρκος. Είναι γνωστό ότι ήταν μαθητές και φίλοι του Αγ. Γρηγορίου Παλαμά (γνωστού βορειοελλαδίτη αγίου), ο οποίος φέρει και τον επιθετικό προσδιορισμό «Θεολόγος». Στη θεολογική διαμάχη του Αγ. Γρηγορίου Παλαμά με το Βαρλαάμ τον Καλαβρό, στην Κωνσταντινούπολη, πήγαν μαζί του οι δύο ιερομόναχοι. Στην επιστροφή τους, ο Δωρόθεος έμεινε στη Θεσσαλονίκη, μετά από τις περιπέτειες του δάσκαλού του (1341-1350) και από το 1371 μέχρι το 1379 κατέλαβε το μητροπολιτικό θρόνο της Θεσσαλονίκης. Ο αδελφός του ο Μάρκος, ο οποίος ήταν γηραιότερος, πήγε στο Άγιο Όρος και το 1351 έμεινε κοντά στον αδελφό του, στη Θεσσαλονίκη. Μια επιγραφή εντοιχισμένη στο υπέρθυρο της δυτικής πόρτας του Καθολικού ναού, αναφέρει ότι το μοναστήρι ιδρύθηκε «Κρητών υπό ανδρών Βλατέων των κτητόρων».

Πρόκειται όμως για μεταγενέστερη επιγραφή (1801) και δεν μπορεί να διασταυρωθεί ιστορικά όσον αφορά στον τόπο γέννησης των κτητόρων του μοναστηριού. Παρόλα αυτά, θεωρείται βέβαιο ότι οι δύο ιερομόναχοι είναι Θεσσαλονικείς, σύμφωνα με την μαρτυρία του Πατριάρχη Φιλόθεου Κόκκινου που ήταν Θεσσαλονικιός και φίλος των δύο ιερομόναχων: «Δωρόθεος δε και Μάρκος, αδελφοί μεν το γένος, μοναχοί δε και πρεσβύτεροι την αξίαν, εκ της μεγάλη ορμώμενοι Θεσσαλονίκης…».

Κατά συνέπεια το μοναστήρι θα πρέπει να ιδρύθηκε μετά την ενθρόνηση του Αγ. Γρηγορίου Παλαμά στη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης. Να υπενθυμίσουμε ότι μετά την οριστική δικαίωσή του, σχετικά με τη διαμάχη με το Βαρλαάμ τον Καλαβρό και την αποφυλάκισή του, η οποία του είχε επιβληθεί από τον Πατριάρχη Ιωάννη Καλέκα (1343-1347), το 1347 εξελέγη Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, όμως μόλις το 1350 μπόρεσε να εγκατασταθεί σε αυτή την πόλη, αφού μέχρι τότε οι Ζηλωτές την είχαν καταλάβει. Άρα το μοναστήρι πρέπει να κτίστηκε μετά το 1350, ίσως το 1351, και ήταν αφιερωμένο στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος, της οποίας το φως ήταν το κέντρο της θεολογικής σκέψης και ζωής, για τους Βλατέους, όπως και για το δάσκαλό τους και τους ησυχαστές, τους οποίους ο Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς τους είχε υποστηρίξει σύμφωνα με τη θεωρητική θεολογική προσέγγισή του.

Σύμφωνα με την παράδοση, κτήτορας του μοναστηριού είναι η Άννα Παλαιολογίνα, αυτοκράτειρα, η οποία πήγε στη Θεσσαλονίκη. Συν-κτήτοράς της αναφέρεται ο σύζυγός της, Ανδρόνικο Γ΄, ο οποίος είχε πεθάνει αρκετό καιρό πριν την εγκατάστασή της, το 1351, ως μόνιμη Κυβερνήτης, μέχρι το θάνατό της, της Θεσσαλονίκη. Μια πύλη, στο ανατολικό τοίχος της πόλης, δίπλα στην Ακρόπολη, που κατασκευάσθηκε από την ίδια, φέρει επιγραφή με το όνομά της, χρονολογημένη από το 1355. Πιθανολογείται ότι αυτή την εποχή ξεκίνησαν οι εργασίες για την οικοδόμηση του μοναστηριού.

Το μοναστήρι αποκαλείται βασιλικό γιατί ιδρύθηκε κατόπιν χορηγίας της Άννας Παλαιολογίνας και με βασιλικό χρυσόβουλλο. Αυτό δε σώζεται, αλλά πρέπει να είχε εκδοθεί το 1354, στο όνομα του αυτοκράτορα Ιωάννη του Κατακουζηνού και της αυτοκράτειρας Άννας Παλαιολογίνας, όταν ήταν Πατριάρχης ο Φιλόθεος. Το πατριαρχικό σιγίλλιο εκδόθηκε από τον Πατριάρχη Νείλο και τότε τοποθετήθηκε ο σταυρός στο θεμέλιο λίθο, για να ονομαστεί και σταυροπηγιακή.  

Η ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ

Στο χώρο του μοναστηριού υπήρχε λατομείο από τους βυζαντινούς χρόνους. Από αυτό το λατομείο πήρε πιθανόν το όνομά του το γειτονικό μοναστήρι, η Μονή Λατόμου, αφιερωμένο στο Όσιο Δαβίδ. Η έκταση μέσα στο περίβολο είναι 11 στρέμματα, όμως η αρχική έκτασή του μοναστηριού ήταν πολύ μεγαλύτερη, καταλαμβάνοντας εκτάσεις εκτός του σημερινού περιβόλου.

Ο χώρος που καταλαμβάνει σήμερα το μοναστήρι είχε χρησιμοποιηθεί πριν να κτισθεί αυτό. Υπάρχουν λείψανα οικοδομικών κατασκευών που μαρτυρούν μια οικιστική παρουσία. Έχει διαπιστωθεί ότι σε αυτό το χώρο υπήρχαν υδραγωγεία που τροφοδοτούσαν με νερό την πόλη της Θεσσαλονίκης. Το σύστημα των υδραγωγείων διατηρήθηκε και την οθωμανική περίοδο. Δύο δεξαμενές νερού βρίσκονται εντός του χώρου του μοναστηριού, η μία βορειοανατολικά του Καθολικού ναού και η άλλη έξω από το δυτικό τοίχος του Καθολικού.

Πριν τον 14ο αιώνα υπήρχαν και άλλα κτίσματα στο χώρο του μοναστηριού, τα υπολείμματα των οποίων βρίσκονται στο μουσείο και στην αυλή του. Πιθανόν αυτός ο χώρος να ήταν τόπος λατρείας πριν να ιδρύσουν το μοναστήρι οι αδελφοί Βλατέοι ή Βλατάδες. Σύμφωνα με προφορική παράδοση, ο Απόστολος Παύλος κήρυξε προς τους Θεσσαλονικείς, κατά τη δεύτερη περιοδεία του, το 51 μ.Χ.. Είναι πολύ πιθανόν, λοιπόν, να είχε κτισθεί, σε αυτό το μέρος, ένας χριστιανικός ναός, της πρώτης χριστιανικής περιόδου.

Η κεντρική πόρτα του μοναστηριού δεν ήταν στη θέση της σημερινής. Ήταν στη νότια πλευρά, προς τη μεριά της Θεσσαλονίκης, στη βόρεια μεριά υπήρχε μια μικρή πόρτα, προς το μέρος της Ακρόπολης. Σε αυτό το σημείο ο τοίχος του μοναστηριού ταυτιζόταν με το τοίχος της πόλης. Στο τέλος του 19ου αιώνα, από τον ηγούμενο Καλλίνικο, ανοίχθηκε μια νέα πόρτα, στη βόρεια πλευρά, η οποία έγινε και η κεντρική του μοναστηριού. Τότε ο χώρος ανάμεσα στο μοναστήρι και το τοίχος της πόλης ήταν πολύ μεγαλύτερος γιατί είχε καταληφθεί πρώτα από Οθωμανούς πρόσφυγες, από το 1892, και μετά από Έλληνες, μετά τη μικρασιατική καταστροφή του 1922.

Η ύπαρξη της Ακρόπολης στα πρώτα βυζαντινά χρόνια, η διατήρησή των κάστρων στα μεταγενέστερα χρόνια, η εγκατάσταση της τούρκικης φρουράς στο ίδιο μέρος, έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό την στρατηγική σημασία του χώρου που καταλαμβάνει το μοναστήρι, όπως αναφέρουμε στην αρχή αυτού του σημειώματος. Δεν ξέρουμε τίποτε για τις δραστηριότητες πριν τη χριστιανική εποχή, είναι πολύ πιθανόν όμως να υπήρχαν ανθρώπινες δραστηριότητες, οικισμοί ή στρατιωτικές εγκαταστάσεις, όχι μόνο λόγω της στρατηγικής σημασίας του χώρου, αλλά και των νερών, τα οποία έρχονται από τον Χορτιάτη, απαραίτητων για την επιβίωση των κατοίκων. Άλλωστε οι οικισμοί, από την αρχαία εποχή, κτίζονταν κοντά σε πηγές νερών. Αυτό είναι ένα προς διερεύνηση θέμα.

Γιάννης Φραγκούλης

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΒΛΑΤΙΔΩΝ